Μεγάλη φτώχεια – χαμηλή γονιμότητα στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15

 

Του ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*

 

Στο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας μας έχουμε αναφερθεί σε πολλά άρθρα μας στην «Ελευθεροτυπία». Δημογραφικό, όμως, πρόβλημα υπάρχει και στην Ευρωπαϊκή Ενωση των 15 κρατών-παλαιών μελών (Ε.Ε.-15) όσο και στη διευρυμένη των 25 κρατών-μελών (Ε.Ε.-25), δεδομένου ότι με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ε.Ε. (της Eurostat) η γονιμότητα (ο μέσος, δηλαδή, αριθμός παιδιών ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας) το έτος 2003 στην Ε.Ε.-25 ως σύνολο ήταν μόλις 1,48, ενώ ο απαιτούμενος αριθμός παιδιών για την αναπαραγωγή των γενεών είναι 2,1. Το γεγονός αυτό συνοψίζεται στη φράση που συχνά ακούγεται και γράφεται ότι δηλαδή «Η Ευρώπη γηράσκει».

Δημογραφικό πρόβλημα αντιμετωπίζουν όλα, χωρίς εξαίρεση, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-25. Υπάρχουν, όμως, μεγάλες διαφορές ανάμεσά τους… Στο άρθρο αυτό θα περιοριστούμε στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να σημειώσουμε ότι 5 από τα 10 κράτη-νέα μέλη της Ε.Ε.-25 (Κύπρος, Μάλτα, Εσθονία, Ουγγαρία και Λετονία) βρίσκονταν το 2003 σε καλύτερη κατάσταση από το τελευταίο (σε ό,τι αφορά τη γονιμότητα) κράτος-παλαιό μέλος της Ε.Ε.-15 και μόνο 5 σε χειρότερη (Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβενία, Τσεχία και Σλοβακία).

Οι διαφορές σε ό,τι αφορά τη γονιμότητα ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15 οφείλονται σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι είναι δύσκολο να διερευνηθούν δεδομένου ότι ο γράφων δεν διαθέτει ούτε τα μέσα ούτε τον χρόνο που απαιτούνται για τη διερεύνηση αυτή. Είναι, όμως, γνωστό ότι δύο από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που -εξαιτίας των σημερινών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15- επηρεάζουν σημαντικά τον αριθμό των παιδιών που αποκτούν τα ζευγάρια (ενώ πολλά από αυτά θα ήθελαν να αποκτήσουν περισσότερα) είναι από τη μια μεριά τα περιορισμένα οικονομικά μέσα που διαθέτουν και από την άλλη, τα μέτρα που παίρνει (ή δεν παίρνει) κάθε κράτος (δηλαδή τις κοινωνικές παροχές) υπέρ των ζευγαριών που αποκτούν παιδιά.

Ενας δείκτης της έλλειψης των οικονομικών μέσων είναι το ποσοστό της φτώχειας σε κάθε κράτος-μέλος (το ποσοστό δηλαδή του πληθυσμού που έχει εισόδημα χαμηλότερο του 60% του μέσου στη χώρα αυτή). Η Eurostat δίνει στοιχεία για το ποσοστό αυτό τόσο πριν όσο και μετά τις κοινωνικές παροχές. Ο δείκτης που θα χρησιμοποιήσουμε στο άρθρο αυτό είναι το ποσοστό της φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές, δεδομένου ότι αυτός ενσωματώνει και τους δύο παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για το δείκτη αυτό από τη Eurostat, είναι του έτους 2003 για τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15. Για τα υπόλοιπα χρησιμοποιήσαμε τα στοιχεία για το πλησιέστερο προς το 2003 έτος.

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat δίνουμε στον Πίνακα στην 1η στήλη και το ποσοστό της φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές (στη 2η στήλη) για τα 15 κράτη-μέλη και την Ε.Ε.-15 ως σύνολο.

Από τον Πίνακα αυτό φαίνεται ότι, το 2003 ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15:

-Τη μεγαλύτερη γονιμότητα είχαν η Ιρλανδία και η Γαλλία και τη μικρότερη η Ελλάδα και η Ιταλία, και

-Το υψηλότερο ποσοστό φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές είχαν η Ελλάδα και η Ιρλανδία και το χαμηλότερο το Λουξεμβούργο, η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι, ενώ η Ιρλανδία και η Ελλάδα έχουν το ίδιο (το υψηλότερο ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15) ποσοστό φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές, η μεν Ιρλανδία έχει τη μεγαλύτερη γονιμότητα, η δε Ελλάδα τη μικρότερη. Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στις δυο χώρες έχει, βασικά, σχέση με το γεγονός ότι η Ιρλανδία είναι μια χώρα στην οποία ο καθολικισμός εξακολουθεί να ασκεί μεγάλη επίδραση σε ό,τι αφορά τον αριθμό των παιδιών που αποκτούν τα ζευγάρια (σε αντίθεση με άλλες καθολικές χώρες, όπως π.χ. η Ισπανία ή η Ιταλία) και παρά τη μείωση της γονιμότητας και στη χώρα αυτή την τελευταία 20ετία, η Ιρλανδία δεν έπαυσε να κατέχει την 1η θέση στη γονιμότητα ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15.

Αν, όμως, εξετάσουμε τα υπόλοιπα 14 κράτη-μέλη, παρατηρούμε ότι υπάρχει πολύ στενή αρνητική σχέση ανάμεσα στη γονιμότητα και το ποσοστό φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές (όσο, δηλαδή, υψηλότερο είναι το ποσοστό της φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές τόσο χαμηλότερη είναι η γονιμότητα και αντίστροφα). Πιο συγκεκριμένα:

-Με εξαίρεση την Αυστρία, όσες χώρες έχουν ποσοστό φτώχειας κάτω από το μέσο ποσοστό της Ε.Ε. – 15 έχουν γονιμότητα πάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε.-15 (Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία, Δανία, Φινλανδία και Γαλλία) ενώ αντίστροφα

-Οσες χώρες έχουν ποσοστό φτώχειας πάνω από το μέσο ποσοστό της Ε.Ε.-15 έχουν γονιμότητα κάτω από το μέσο όρο της Ε.Ε.-15 (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία και Πορτογαλία).

Από τα αναλυτικότερα στοιχεία που δίνει η Eurostat σχετικά με το ποσοστό της φτώχειας μετά τις κοινωνικές παροχές, προκύπτει ότι η χώρα μας κατέχει την 1η θέση στο ποσοστό φτώχειας στους απασχολούμενους, δηλαδή στην πολυπληθέστερη ομάδα του πληθυσμού, γεγονός που σημαίνει ότι πολλά νέα ζευγάρια με απασχολούμενους τον ένα ή και τους δύο συζύγους βρίσκονται στην κατηγορία των φτωχών και, κατά συνέπεια, δεν διαθέτουν τα μέσα για να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που θα ήθελαν (μερικά από αυτά δεν κάνουν καθόλου παιδιά, άλλα περιορίζονται στο ένα παιδί και η πλειονότητά τους δεν προχωρά πέραν του δεύτερου παιδιού).

Με βάση τα ίδια αναλυτικά στοιχεία της Eurostat, τα ποσοστά της φτώχειας είναι ιδιαίτερα αυξημένα στους άνεργους και η χώρα μας, δυστυχώς, κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στην Ε.Ε.-15 στην ανεργία και ιδιαίτερα των νέων και των γυναικών. Και είναι φυσικό οι άνεργοι νέοι και νέες είτε να παραμένουν άγαμοι είτε, όταν παντρεύονται, να μην αποκτούν παιδιά (όχι επειδή δεν τα θέλουν, αλλά επειδή δεν έχουν τα οικονομικά μέσα για να τα αναθρέψουν).

Εκτός, όμως, από τους παραπάνω λόγους, η τελευταία θέση της Ελλάδας στη γονιμότητα ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.-15 οφείλεται και στις πολύ χαμηλές κοινωνικές παροχές σε όσους παντρεύονται και κάνουν παιδιά (γλίσχρα οικογενειακά επιδόματα, ιδιαίτερα για το 3ο παιδί και στους πολύτεκνους, ανεπαρκείς βρεφονηπιακοί σταθμοί, μικρές φορολογικές απαλλαγές κ.λπ.).

Το υψηλό ποσοστό φτώχειας, εκτός από την αρνητική επίδραση που ασκεί στη γονιμότητα, είναι, φυσικά, καθ’ εαυτό, ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της χώρας μας και οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις δεν το έχουν συνειδητοποιήσει ή δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι υπάρχει και γι’ αυτό δεν το έχουν τοποθετήσει στην κορυφή των προτεραιοτήτων τους. Είναι καιρός τα αρμόδια υπουργεία να αφυπνιστούν και να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπισή του (αύξηση των σημερινών ανεπαρκών κοινωνικών παροχών και καθιέρωση νέων με ανάλογες προβλέψεις στον κρατικό προϋπολογισμό του 2006 και των επόμενων ετών).

* Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι πρώην: αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/07/2005


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: