Posts Tagged ‘δείκτης γονιμότητας’

Eurostat: Στις τελευταίες θέσεις στον δείκτη γονιμότητας η Ελλάδα

12 Μαρτίου 2019

Σε μια από τις τελευταίες θέσεις σε ό,τι αφορά τον δείκτη γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται η Ελλάδα, ενώ οι Ελληνίδες τεκνοποιούν σε αρκετά μεγάλη ηλικία, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύει η Eurostat, για το 2017.

Ειδικότερα, ο λεγόμενος δείκτης γονιμότητας ήταν το 2017 στην Ελλάδα 1,35 (με 42.267 γεννήσεις) έναντι 1,38 το 2016. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 1,59 σε σχέση με 1,60 το προηγούμενο έτος.

Το 2017 οι υψηλότερος δείκτης καταγράφηκε στη Γαλλία (1,90) και έπειτα στη Σουηδία (1,78) ενώ ο χαμηλότερος ήταν στη Μάλτα (1,26), στην Ισπανία (1,31), στην Ιταλία και την Κύπρο (1,32), στην Ελλάδα (1,35), την Πορτογαλία (1,38) και το Λουξεμβούργο (1,39).

Σε ό,τι αφορά τη μέση ηλικία στην οποία μία γυναίκα αποκτά παιδί για πρώτη φορά, στην Ελλάδα είναι τα 30,4 χρόνια, ενώ πάνω από 30 είναι και στην Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία, την Ισπανία και την Ιταλία. Το μεγαλύτερο ποσοστό γεννήσεων σε ηλικία μικρότερη των 20 ετών καταγράφεται στη Ρουμανία με 13,9% και στη Βουλγαρία με 13,8%. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι στα 29,1 χρόνια.

Στην ΕΕ, το 81,5% των γεννήσεων αφορούσαν το πρώτο ή δεύτερο παιδί, ενώ οι γεννήσεις τρίτου παιδιού αντιπροσώπευαν το 12,5% του συνόλου. Τέταρτο ή περισσότερα παιδιά αντιστοιχούσαν στο 6,0%, το 2017. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μητέρων που γέννησαν τέταρτο ή περισσότερα παιδιά τους καταγράφηκε στη Φινλανδία (10,3%), ακολουθούμενη από την Ιρλανδία (9,0%), το Ηνωμένο Βασίλειο (8,8%), τη Σλοβακία (8,1%) και το Βέλγιο (8,0%).

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (Μέσω Καθημερινής 12/03/2019)

Advertisements

Washington Post: Πού πήγαν όλα τα παιδιά; Πως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα επηρεάζει το δημογραφικό

3 Δεκεμβρίου 2018

 

Εκτενές δημοσίευμα για τη μείωση των γεννήσεων στην Ελλάδα, λόγω της οικονομικής κρίσης, που  παραθέτει μαρτυρίες  γονέων,  δασκάλων  και  ειδικών. 

Το δημοσίευμα ξενικά παρουσιάζοντας την πρώτη ημέρα στο δημοτικό σχολείο Καλπακίου. Τα παιδιά φτάνουν στο σχολείο, στοιχίζονται ανά τάξη, ωστόσο μια μητέρα που συνόδευσε το πρωτάκι της αναρωτήθηκε: πού είναι τα παιδιά;  Η μητέρα, που είχε φοιτήσει στο ίδιο σχολείο αναφέρει ότι πίστευε πως η αυλή θα ήταν γεμάτη παιδιά.  Η μικρότερη τάξη στο δημοτικού του Καλπακίου αντανακλά τα εντεινόμενα δημογραφικά προβλήματα της Ελλάδας. Στην Α’ δημοτικού στο σχολείο του Καλπακίου φοιτούν 13 παιδιά. Ορισμένοι μαθητές είναι τα μόνα παιδιά στα χωριά που διαβιούν.

Επίσης,  περίπου 6 σχολεία στην περιοχή έκλεισαν πρόσφατα.  Όλο και περισσότεροι μελλοντικοί γονείς φεύγουν ή αναβάλλουν την απόκτηση παιδιού λόγω της ανεργίας ή όπως η δασκάλα της Α’ δημοτικού στο Καλπάκι επειδή το εισόδημά τους είναι πολύ μικρό.

Η ελληνική οικονομία δεν εξαρτάται πλέον από πρόγραμμα διάσωσης, όμως η χώρα τώρα αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπη με την επόμενη φάση του κινδύνου, την μείωση των γεννήσεων που εγείρει τη πιθανότητα μιας  συρρικνωμένης, αποδυναμωμένης Ελλάδας τα επόμενα χρόνια.  Κατά την βαθιά και παρατεταμένη κρίση μειώθηκε ο ήδη χαμηλός δείκτης γεννήσεων, όπως συνέβη στις προβληματικές οικονομίες της νότιας Ευρώπης.

Η Ελλάδα επλήγη επίσης από έναν δεύτερο παράγοντα, 500.000 άτομα εγκατέλειψαν τη χώρα, οι περισσότεροι νέοι,   δυνάμει γονείς. Η ύφεση της χώρας συνέβαλε στη δημιουργία της  μικρότερης σε μέγεθος γενιάς μεταπολεμικά.

Στη συνέχεια το δημοσίευμα κάνει λόγο για  τον δείκτη γονιμότητας της χώρας, 1,35 γεννήσεις ανά γυναίκα  που είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη.  Σημειώνεται ότι πριν την κρίση ο δείκτης γονιμότητας ήταν ανοδικός.  Ωστόσο, λόγω της εξόδου  των μελλοντικών γονέων,  ο αριθμός των παιδιών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα υποχώρησε -θεαματικότερα από τον δείκτη γονιμότητας-  σε ιστορικά χαμηλό.  Το 2009 γεννήθηκαν 118.000 παιδιά ενώ το 2017 88.500.

Σε ορισμένες χώρες, μετά από οικονομικές κρίσεις  ο  δείκτης γονιμότητας ανέκαμψε.  Όμως,  αυτό είναι απίθανο  να συμβεί στην Ελλάδα δήλωσε ο Β. Κοτζαμάνης, καθηγητής δημογραφίας στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, γιατί  ακόμη και πριν την κρίση η μέση γυναίκα δεν αποκτούσε παιδί πριν τα 31 έτη.  Ορισμένες γυναίκες, που ανέβαλαν την εγκυμοσύνη, κατά την περίοδο της ύφεσης, έχασαν δια παντός την ευκαιρία.  Συνεπώς, η κρίση μείωσε μόνιμα το μέγεθος της νεότερης ελληνικής γενιάς, καθώς και τον αριθμό των μελλοντικών γονέων, τόνισε ο Β. Κοτζαμάνης.  Θα έχουμε όλο και λιγότερες γεννήσεις στην Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες, επεσήμανε.

Επίσης, γίνεται αναφορά  στα ελλιπή κρατικά προγράμματα στήριξης της οικογένειας στις ελλείψεις στις υποδομές παιδικής φροντίδας και  στη δυσκολία να βρει κανείς γιατρό στις αγροτικές περιοχές.

Chico Harlan

ΠΗΓΗ: Washington Post (2.12.2018)

To δημογραφικό υπονομεύει (και) το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας

31 Οκτωβρίου 2018

Σύμφωνα με την PwC, αύξηση πληθυσμού κατά 100.000 οδηγεί σε άνοδο κατά 3% τού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ενώ αύξηση των ηλικιωμένων (άνω των 65 ετών) κατά περίπου 50.000 οδηγεί σε μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 15%

Κοινός τόπος είναι ότι το δημογραφικό πρόβλημα παραμένει μία από τις μεγαλύτερες πληγές της Ελλάδας. Με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις, τους νέους και μορφωμένους να μεταναστεύουν και την Ελλάδα να έχει έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, όχι μόνο η χώρα δεν θα μπορεί τις ερχόμενες δεκαετίες να παράγει επαρκή πλούτο για τους πολίτες της, αλλά ίσως βρεθεί αντιμέτωπη με την ίδια τη βιωσιμότητά της ως ενός σύγχρονου έθνους-κράτους. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα δημογραφικό αδιέξοδο που δεν πλήττει μόνο τον πληθυσμό της αλλά υπονομεύει και την οικονομική ανάκαμψη της χώρας.

Μια αύξηση π.χ. του πληθυσμού της Ελλάδας κατά περίπου 100.000, οδηγεί σε άνοδο 3% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας, εκτιμούσε η PwC, ενώ αντίθετα μια αύξηση των ηλικιωμένων στην Ελλάδα (άνω των 65 ετών) κατά περίπου 50.000, που αυξάνει την ανάγκη στήριξης και πρόνοιας, ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 15%. Η Ελλάδα βγαίνοντας από την κρίση θα πρέπει να μετατρέψει το δημογραφικό της κενό σε οικονομικό και κοινωνικό πλεόνασμα έτσι ώστε να διατηρήσει θετικές προοπτικές ανάπτυξης στο μέλλον. Σύμφωνα με την PwC, για να δημιουργηθούν οι βάσεις για την ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας απαιτείται ένα μείγμα πολιτικών που θα περιλαμβάνει δράσεις για τον περιορισμό της υπογεννητικότητας.

Τέτοιες πολιτικές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν:

• Την ελαφρότερη φορολόγηση πολύτεκνων οικογενειών.

• Τη δωρεάν ή με χαμηλό κόστος παροχή υπηρεσιών σε οικογένειες που αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδί.

• Τη μείωση του απαιτούμενου αριθμού παιδιών ώστε να θεωρηθεί μια οικογένεια πολύτεκνη.

Τυπικά η δημογραφική κατάρρευση του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όταν οι γεννήσεις ανά έτος μειώθηκαν από τις 150.000 στις 100.000, φτάνοντας στο 2011 που για πρώτη φορά ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων κατά περίπου 30 χιλιάδες. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 370.000 άτομα. Η εισροή των μεταναστών συνέβαλε αρχικά στην ανακοπή της πτωτικής τάσης της υπογεννητικότητας (1991-2000), όπου οι μετανάστες στη χώρα αυξάνονταν κατά 6% ετησίως. Από το 2008 και μετά οι μεταναστευτικές ροές προς τη χώρα περιορίστηκαν, ενώ παράλληλα μέρος του ανθρώπινου δυναμικού και μάλιστα υψηλών δεξιοτήτων μετανάστευσε στο εξωτερικό («brain drain»), με την Ελλάδα να έχει την τρίτη θέση μετά την Κύπρο και την Ισπανία όσον αναφορά το ποσοστό των νέων που εγκαταλείπουν τη χώρα τους. Όλα αυτά είχαν αντίκτυπο και στην αλλαγή της ηλικιακής σύστασης της χώρας, με τον πληθυσμό άνω των 65 να τριπλασιάζεται από 7% που ήταν το 1960 σε 20% το 2015. Κατά συνέπεια η διάμεσος ηλικία, ηλικία που χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο ισόποσες ηλικιακές ομάδες, από τα 31 έτη που ήταν το 1960, άγγιξε τα 43 το 2015.

Η μέση Ελληνίδα πλέον δεν γεννά δύο παιδιά, που στατιστικά απαιτούνται ώστε να φέρει στη ζωή μία κόρη που θα την αντικαταστήσει. Ο δείκτης γονιμότητας της μέσης Ελληνίδας έχει πέσει στα 1,3 παιδιά, όταν τη δεκαετία του 1960 βρισκόταν στα 2,3 παιδιά ανά γυναίκα, πάνω από το όριο αντικατάστασης γενεών (2,1 παιδιά ανά γυναίκα). Από τους κύριους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση ενός τοκετού είναι το διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού, η δαπάνη ενός τοκετού καθώς και η προσβασιμότητα στο σύστημα υγείας. Η οικονομική ύφεση ουσιαστικά εξέθεσε το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, το οποίο όπως εκτιμά η μελέτη της PwC θα συνεχιστεί στο μέλλον εάν δεν ληφθούν μέτρα αντιμετώπισής του.
Εξάλλου, πρόσφατη μελέτη π.χ. του Ινστιτούτου του Βερολίνου εκτιμούσε ότι ο πληθυσμός της χώρας μας θα μειωθεί στα 9,9 εκατομμύρια ως το 2030 και στα 8,9 εκατομμύρια ως το 2050 (8,3 εκατομμύρια, υποστηρίζουν οι πιο απαισιόδοξες μελέτες), σε σύγκριση με 10,7 εκατομμύρια περίπου σήμερα και 11,1 εκατομμύρια το 2009, προτού δηλαδή η «Μεγάλη Ελληνική Υφεση» αρχίσει να ξεδιπλώνεται, ενώ και η Eurostat αποφάνθηκε ότι το 2080 με 7,2 εκατομμύρια ανθρώπους η Ελλάδα θα βρίσκεται στο ναδίρ της ΕΕ.

Μαντικίδης Τάσος

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ (31.10.2018)