Posts Tagged ‘Ευρώπη’

Οι δύο όψεις της γήρανσης των πληθυσμών στη Δύση

3 Σεπτεμβρίου 2016

Το πρόβλημα δεν εξαντλείται, όμως, στο ότι με τη βοήθεια της επιστήμης οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Η λεγόμενη «γήρανση του πληθυσμού» σε όλον τον ανεπτυγμένο κόσμο έχει και ένα δεύτερο σκέλος, αυτό της υπογεννητικότητας. Εδώ και αρκετές δεκαετίες οι άνθρωποι που ζουν στον ανεπτυγμένο κόσμο επιλέγουν να κάνουν λιγότερα παιδιά. Ο μέσος όρος γονιμότητας έχει μειωθεί κάτω από τα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, που έχει θεωρηθεί ότι αποτελεί το αναγκαίο ποσοστό για την πλήρη αποκατάσταση ενός πληθυσμού, δηλαδή τη διατήρησή του στα ίδια επίπεδα.

Στην Ευρώπη, ειδικότερα, ο ρυθμός των γεννήσεων έχει μειωθεί κατά 40% από τη δεκαετία του 1960. Σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, οι γεννήσεις αντιστοιχούν κατά μέσον όρο σε 1,5 παιδί ανά γυναίκα. Και την ίδια στιγμή, το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί περίπου στα 80 έτη από τα 69 στα οποία έφτανε πριν από λίγες δεκαετίες.

Κι αν αυτό μπορεί να αποτελεί γενικότερα απειλή επιβίωσης για τις χώρες του δυτικού κόσμου, είναι ακόμη πιο επικίνδυνο για τα συνταξιοδοτικά ταμεία. Εφόσον μειώνεται το ποσοστό των νέων επί του πληθυσμού, μειώνεται και το ποσοστό αυτών που προσχωρούν στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι πως όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν με τις εισφορές τους τα συνταξιοδοτικά ταμεία που χορηγούν συντάξεις σε όλο και περισσότερους συνταξιούχους.

Ενώ το ποσοστό των ατόμων κάτω των 15 ετών έχει μειωθεί κάτω από το 20% του πληθυσμού στις ΗΠΑ και αγγίζει το 15% στην Ε.Ε., την ίδια στιγμή το ποσοστό των ηλικιωμένων και κατά συνέπεια συνταξιούχων αυξάνεται διαρκώς και στις ΗΠΑ τείνει στο 15%, ενώ στην Ε.Ε. πλησιάζει ανησυχητικά το 20%. Σε ορισμένες χώρες, ο πληθυσμός ενισχύεται από τις τονωτικές ενέσεις της μετανάστευσης και θεωρητικά μπορούν να αυξηθούν έτσι και οι εισφορές στα συνταξιοδοτικά ταμεία.

Οπως, όμως, έχουν επισημάνει οικονομολόγοι, πολύ πριν διασφαλίσουν άδεια παραμονής και εργασίας, οι μετανάστες χρειάζονται στέγη, τροφή, εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Ετσι εκτός από το κόστος για τις κυβερνήσεις, η πραγματικότητα για τα συνταξιοδοτικά ταμεία παραμένει η ίδια. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, για κάθε 100 εργαζόμενους στην Ε.Ε. αντιστοιχούν περίπου 42 Ευρωπαίοι άνω των 65 που δεν εργάζονται. Η αναλογία αναμένεται να φτάσει τους 65 συνταξιούχους ανά 100 εργαζόμενους μέχρι το 2060. Καλύτερη είναι η εικόνα στις ΗΠΑ, καθώς η στατιστική υπηρεσία υπολογίζει πως σε 100 εργαζόμενους αντιστοιχούν μόνον 24 συνταξιούχοι.

Εν ολίγοις οι προσδοκίες που δικαιολογημένα είχαν οι εργαζόμενοι όταν οι πληθυσμοί των ανεπτυγμένων οικονομιών ήσαν νεότεροι πως τα συνταξιοδοτικά ταμεία θα τους προσφέρουν ένα καλό βιοτικό επίπεδο στο λυκόφως της ζωής τους, τώρα είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν. Ακόμη και στις ΗΠΑ, που διαθέτουν ένα ταμείο κοινωνικής ασφάλισης με κεφάλαια ύψους 2,8 τρισ. δολαρίων, είναι έντονες οι επικρίσεις ότι το κράτος έχει υποσχεθεί στους πολίτες περισσότερα από όσα μπορεί όντως να τους προσφέρει.

Υποχρεώσεις 78 τρισ.

Εκτός από τη διαρκή επιδείνωση της αναλογίας μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων, πολλά συνταξιοδοτικά ταμεία αντιμετωπίζουν πρόβλημα ανεπαρκούς χρηματοδότησης. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ομίλου Citi, το ύψος των υποχρεώσεων που έχουν 20 χώρες προς συνταξιοδοτικά ταμεία, τα οποία είτε χρηματοδοτούνται ανεπαρκώς είτε καθόλου, φτάνει στα 78 τρισ. για τις χώρες του ΟΟΣΑ. Το μέγεθος του προβλήματος καθίσταται σαφές, όταν ληφθεί υπόψη ότι συνολικά το ύψος του χρέους των ίδιων χωρών ανέρχεται επισήμως σε 44 τρισ. δολάρια. Σύμφωνα με τους συντάκτες του σχετικού ρεπορτάζ των FT, πολλά από αυτά τα προβλήματα είναι όντως ωρολογιακές βόμβες, αλλά βραδείας ανάφλεξης. Αφήνουν, έτσι, στις κυβερνήσεις τον απαιτούμενο χρόνο για να βρουν λύσεις. Τείνει, πάντως, να διαμορφωθεί συναίνεση ως προς το ότι η συνολική λύση δεν μπορεί να είναι άλλη από ένα ουδόλως δημοφιλές μείγμα παράτασης της επαγγελματικής ζωής, μεγαλύτερης αποταμίευσης και λιγότερο γενναιόδωρων συντάξεων.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (3.9.2016)

Advertisements

Δημογραφικό – Η σιωπηλή μας άνοιξη

12 Ιουλίου 2016

geroi-600x330«Γεγονός βαρυσήμαντο», με δυνητικά μείζονες επιπτώσεις για την ίδια την «πορεία της εθνικής μας ζωής», είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Θεοτοκάς το δημογραφικό πρόβλημα κατά τη δεκαετία του 1950. Αναφερόταν στην αρτιφανή τότε κάμψη του πληθυσμού, απότοκη της εγκατάλειψης των γεωργικών επαγγελμάτων και της ογκούμενης μετοίκισης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει ότι, μερικές δεκαετίες αργότερα κι εν καιρώ ειρήνης, οι γεννήσεις στη χώρα μας θα υστερούσαν για πρώτη φορά έναντι των θανάτων – τη στιγμή που ακόμα και στη «σκοτεινή» δεκαετία του 1940 υπερείχαν οι γεννήσεις.

Το δημογραφικό τείνει να απεικονίζεται με όρους «έκρηξης», μια «βόμβα» που χρήζει εξουδετέρωσης ή μια «φωτιά» που απαιτεί πυροσβεστικά μέτρα· στην πραγματικότητα είναι μια διαδικασία υπόκωφη και μακρόσυρτη, που διαβρώνει αδιάκοπα τον κοινωνικό ιστό. Μια επικείμενη «σιωπηλή άνοιξη» για την ελληνική κοινωνία, εφάμιλλη με την οικολογική ερήμωση στην οποία η περιβαλλοντολόγος Ρέιτσελ Κάρσον είχε προειδοποιήσει ήδη τη δεκαετία του 1960 ότι κινδυνεύουν να οδηγηθούν τα δηλητηριασμένα από τοξικά εντομοκτόνα οικοσυστήματα. Την εικόνα αυτή προοιωνίζονται, εξάλλου, και οι αναλογιστικές μελέτες των δανειστών, οι οποίες παρουσιάζουν την Ελλάδα το 2060 με πληθυσμό που δεν θα ξεπερνά τους 8,6 εκατ. κατοίκους.

Πώς μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί ένα αμιγώς πολιτικό πρόβλημα όταν δεν λογίζεται ως τέτοιο; Προβάλλοντας με όρους φυσικού φαινομένου –και όχι ακολουθούμενης πολιτικής– την αυξανόμενη αδυναμία της κοινωνίας να αναπαραχθεί, μοιραία υπαγορεύονται μέτρα τέτοια ώστε να «βγαίνουν» οι αριθμοί, όπως είναι η επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης και η μείωση των συντάξεων. Συχνά δε η επωδός περί «φυσικής» συρρίκνωσης της δημογραφικής βάσης του κοινωνικού κράτους συνοδεύεται από μια ιδεοληπτική δυσανεξία απέναντι στην ίδια την ιδέα του κρατικού σχεδιασμού· από έναν επιδερμικό φιλογεννητισμό που συνυπάρχει με έναν ανεπεξέργαστο νεομαλθουσιανισμό. Η συζήτηση καταλήγει σε μια αριθμητική διαχείριση των επιπτώσεων του δημογραφικού, με τα γενεσιουργά του αίτια να αφήνονται, ωστόσο, ανερμήνευτα.

Ανασταλτικοί παράγοντες

Οι γερασμένες πληθυσμιακές δομές και η υπογεννητικότητα, η «διαρροή εγκεφάλων», η μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και η αδυναμία αναπλήρωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών, καθώς και η αύξηση της θνησιμότητας από ιάσιμες ασθένειες λόγω μειωμένης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, αποτελούν τις επιμέρους εκφάνσεις ενός πρισματικού προβλήματος· πιο συγκεκριμένα: τα παράπλευρα προϊόντα ενός συντελεσθέντος μετασχηματισμού. Το δημογραφικό δεν επιδεινώνεται ούτε εξαιτίας των δήθεν «νέων ηθών» ή συμπεριφορών της νεολαίας ούτε λόγω κάποιας μειωμένης επιθυμίας αναπαραγωγής.

Αυτό πιστοποιούν και οι εκτεταμένες έρευνες μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας στη χώρα μας που έχουν δείξει ότι ο επιθυμητός αριθμός παιδιών ξεπερνά το όριο αναπλήρωσης των γενεών (2,1 παιδιά), τη στιγμή που την πενταετία 2010-2015 ο πραγματικός δείκτης γονιμότητας δεν υπερέβη το 1,3. Το αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα οφείλεται στην πραγματιστική επίγνωση ότι απλούστατα δεν προσφέρονται οι συνθήκες για τη δημιουργία οικογένειας.

Το ποιες είναι οι προϋποθέσεις που οι νέοι θεωρούν ότι πλέον εκλείπουν δεν αποτελεί μυστήριο. Εχουν υποδειχθεί σε σωρεία μελετών, από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή της UNICEF και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών ώς τη Eurostat, καθώς και σε μεγάλες πανευρωπαϊκές έρευνες όπως η REPRO: η εργασιακή ασφάλεια, η ισότητα μεταξύ των φύλων και η συμφιλίωση της εργασιακής και της οικογενειακής ζωής. Για να αντιμετωπιστούν οι ανασταλτικοί αυτοί παράγοντες συνολικά, θα πρέπει να καταρτισθεί μια ολοκληρωμένη δημογραφική πολιτική.

Εργασιακή μετανάστευση

Η κερματισμένη πρόσληψη του δημογραφικού, ωστόσο, δεν υποβοηθεί να αναδειχθούν ούτε οι τρόποι που αυτό είναι συνυφασμένο με άλλα μεγάλα ζητήματα, όπως η διαχείριση της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης.

Την ίδια στιγμή που Ευρωπαίοι αξιωματούχοι χαρακτήριζαν την εργασιακή μετανάστευση προϋπόθεση για την οικονομική επιβίωση της γηράσκουσας ηπείρου, αναπτύσσονταν δαιδαλώδης νομοθεσία και δομές που «θωράκιζαν» την Ευρώπη από τις προσφυγικές ροές. Σε περιπτώσεις χωρών όπως η Γερμανία και η Σουηδία, όπου ακολουθήθηκε μια πολιτική αύξησης των δημοσίων δαπανών με σκοπό την ενσωμάτωση των προσφύγων και των μεταναστών στην αγορά εργασίας, το αναπτυξιακό αντίκτυπο υπήρξε εντυπωσιακό, κάτι που αποτυπώθηκε και στο ΑΕΠ τους. Στη σκιά της ανόδου ξενοφοβικών ρευμάτων, ωστόσο, η πολιτική αυτή –καρπός, εξάλλου, ενός πραγματισμού εκτάκτου ανάγκης παρά μιας ριζικής αλλαγής πλεύσης– φαίνεται να αναστρέφεται, με την επαναφορά περιοριστικών πολιτικών και αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στη διάρκεια της βραχύβιας κεϊνσιανής «αναλαμπής», οι τομείς στους οποίους τα κράτη υποδοχής επένδυσαν προκειμένου να επιτευχθεί η ενσωμάτωση των προσφύγων περιλάμβαναν τη στέγαση, την παιδική φροντίδα, την παιδεία και ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης: όχι τυχαία, οι ίδιοι στους οποίους σημειώθηκε η μεγαλύτερη αποεπένδυση τις τελευταίες δεκαετίες στο πλαίσιο της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους.

H ελληνική Πολιτεία ουδέποτε προσανατολίστηκε με σοβαρό τρόπο στη διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για την αναπαραγωγή των γενεών, επαφιέμενη απλά στην οικογένεια για να αντισταθμίσει την απουσία μιας ολοκληρωμένης δημογραφικής πολιτικής. Εν μέσω κρίσης, η οικογένεια έχει επωμισθεί και πάλι το βάρος να αντισταθμίσει, ιδίοις μέσοις, την απίσχνανση του κοινωνικού κράτους και την αποδιάρθρωση του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Υστερα δε από έξι χρόνια πολιτικών λιτότητας, κινδυνεύει να εκθεμελιωθεί ακόμα κι αυτός ο ύστατος, εύθραυστος πυλώνας αναπαραγωγής στον οποίον βασίζονται τα εξαρτημένα μέλη της οικογένειας, ήτοι ο «υποχρεωτικός αλτρουισμός» των γυναικών. Εάν το δημογραφικό δεν ιδωθεί ως προϊόν της υποχώρησης του κοινωνικού κράτους, η Ελλάδα θα συνεχίσει να οδεύει προς μια σιωπηλή άνοιξη. Ο δυστοπικός μετασχηματισμός της χώρας σε μια φτωχή κι ερημωμένη επικράτεια με καθηλωμένη οικονομία και ισχνές παραγωγικές δυνάμεις μπορεί να αποτραπεί με την εφαρμογή ενός μακρόπνοου προγράμματος ανασυγκρότησης – συνυφασμένου, ωστόσο, με μια στοχευμένη επανεπένδυση στο κοινωνικό κράτος.

Γιώργος Καλπαδάκης (επισκέπτης ερευνητής στο Κέντρο Αναπτυξιακών Μελετών του Πανεπιστημίου Cambridge).

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10.07.2016

Τα μνημόνια χειρότερα από τη μετανάστευση του ’60

30 Μαΐου 2016

mnimoniaΣτα τέλη του 1960 ο πληθυσμός της χώρας ανερχόταν σε 8.300.399 και στα τέλη του 2014 σε 10.858.018, σημειώθηκε δηλαδή αύξησή του κατά 2.557.619. Η αύξηση αυτή προήλθε κατά 72% (1.843.000) από τη φυσική αύξηση (γεννήσεις μείον θάνατοι) και κατά 28% (714.500) από την καθαρή εισροή πληθυσμού (εισροή από μείον εκροή προς άλλα κράτη).

Ο ρόλος, όμως, των δύο αυτών παραγόντων ήταν διαφορετικός (θετικός ή αρνητικός) σε 5 περιόδους της 55ετίας. Τα σχετικά στοιχεία είναι από τη βάση δεδομένων της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ε.Ε. (της Eurostat) και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) και δίνονται στον πίνακα.

Στο πρώτο μέρος του πίνακα δίνεται ο μέσος ετήσιος όρος των γεννήσεων, των θανάτων και της φυσικής μεταβολής (αύξησης ή μείωσης) του πληθυσμού την καθεμιά από τις 5 περιόδους, προκειμένου να είναι δυνατές οι συγκρίσεις, δεδομένου ότι οι περίοδοι αυτές είναι άνισες σε αριθμό ετών.

Στο δεύτερο μέρος δίνεται για την καθεμιά περίοδο η συνολική φυσική μεταβολή (στην 1η στήλη), το σύνολο των μεταναστευτικών ρευμάτων (στη 2η στήλη) και συνολική μεταβολή του πληθυσμού (3η στήλη που είναι το άθροισμα της 1ης και της 2ης).

ΠΙΝΑΚΑΣ

Μέσος ετήσιος όρος των γεννήσεων, των θανάτων και της φυσικής μεταβολής του πληθυσμού και το σύνολο της φυσικής μεταβολής, των μεταναστευτικών ρευμάτων και της μεταβολής του πληθυσμού σε πέντε περιόδους των ετών 1960 – 2014

grafima_147.jpg
Από το πρώτο μέρος του πίνακα φαίνεται ότι η συνεχής μείωση των γεννήσεων από τη μια περίοδο στην άλλη ανακόπηκε την 7ετία 2004-2010 χάρη στις γεννήσεις από αλλοδαπές για να επανέλθει τα έτη 2011-2014. Οι θάνατοι, λόγω γήρανσης του πληθυσμού, αυξάνονταν συνεχώς.

Αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών ήταν να σημειωθεί κάθετη μείωση της φυσικής αύξησης του πληθυσμού τη δεύτερη σε σύγκριση με την πρώτη περίοδο (ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’80), φυσική μείωσή του την τρίτη, μικρή αύξησή του την τέταρτη και μεγάλη φυσική μείωσή του την τελευταία περίοδο.

Από το δεύτερο μέρος του πίνακα φαίνεται ότι η αύξηση του πληθυσμού την περίοδο:

1960-1974 οφείλεται αποκλειστικά στη μεγάλη φυσική αύξηση του πληθυσμού. Η αύξηση, όμως, αυτή αποδυναμώθηκε από τη μαζική μετανάστευση Ελλήνων εργατών κυρίως προς τη Δυτική Γερμανία.

1975-1997 οφείλεται τόσο στη φυσική αύξηση του πληθυσμού (πολύ, όμως, μειωμένη) όσο και (πολύ περισσότερο) στη μαζική εισροή πληθυσμού (επαναπατρισμός Ελλήνων μεταναστών τα πρώτα χρόνια και στη συνέχεια μεγάλη εισροή αλλοδαπών – κυρίως από την Αλβανία).

1998-2003 οφείλεται αποκλειστικά στην καθαρή εισροή μεταναστών (κυρίως αλλοδαπών), δεδομένου ότι, αντί για φυσική αύξηση, σημειώθηκε μικρή φυσική μείωση του πληθυσμού.

2004-2010 οφείλεται στη φυσική αύξηση του πληθυσμού (λόγω αύξησης των γεννήσεων για τον λόγο που προαναφέρθηκε) και πολύ περισσότερο στην καθαρή εισροή μεταναστών (βασικά αλλοδαπών)

Σε αντίθεση με τις τέσσερις προηγούμενες περιόδους, την τετραετία 2011-2014 είχαμε τόσο φυσική μείωση του πληθυσμού (λόγω σημαντικής υπεροχής των αυξημένων θανάτων έναντι των μειωμένων γεννήσεων) όσο και καθαρή εκροή πληθυσμού (κυρίως προσοντούχων Ελλήνων).

Τόσο η φυσική μείωση όσο η καθαρή εκροή πληθυσμού την περίοδο αυτή οφείλονται στην εκτόξευση της ανεργίας στα ύψη και τη δραστική περικοπή μισθών και συντάξεων εξαιτίας της εφαρμογής των μέτρων των Μνημονίων.

Εξαιτίας των δύο αυτών αρνητικών παραγόντων, για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημειώθηκε μείωση του συνολικού μόνιμου πληθυσμού (Ελλήνων και αλλοδαπών) της χώρας.

Πρόκειται για ένα βαρύ πλήγμα στον πληθυσμό και μάλιστα βαρύτερο από εκείνο της μαζικής μετανάστευσης τη δεκαετία του ’60, δεδομένου ότι ενώ τη δεκαετία εκείνη σημειώθηκε μεγάλη φυσική αύξηση του πληθυσμού, την τετραετία 2011-14 σημειώθηκε φυσική μείωσή του και ενώ η μέση ετήσια εκροή πληθυσμού τη δεκαετία του ’60 ήταν 39.800, η αντίστοιχη εκροή την τετραετία 2011-14 ήταν 51.300. Το πλήγμα αυτό θα έχει πολύ δυσμενείς μακροχρόνιες επιπτώσεις.

Μανόλης Γ. Δρεττάκης – πρώην αντιπροέδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

Η Γαλλία πρώτη σε γονιμότητα στην Ευρώπη – Στις τελευταίες θέσεις η Ελλάδα

15 Μαρτίου 2016

cebccf89cf81ceb1

Η Γαλλία παραμένει η πρωταθλήτρια Ευρώπης στη γονιμότητα το 2014. Με 2,01 παιδιά ανά γυναίκα, η Γαλλία ήταν πρώτη σε γονιμότητας ανάμεσα στις 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2014, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν σήμερα, 15 Μάρτη, από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, Eurostat. Είναι επίσης η μόνη χώρα με ποσοστό μεγαλύτερο από δύο παιδιά ανά γυναίκα μεταξύ όλων των χωρών. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από το επίπεδο αντικατάστασης του πληθυσμού στις ανεπτυγμένες χώρες (2,1), δηλαδή, ο μέσος αριθμός των γεννήσεων ανά γυναίκα που απαιτείται για την διατήρηση ενός σταθερού μεγέθους πληθυσμού, ελλείψει οποιασδήποτε μετανάστευσης.

«Τα καλά αποτελέσματα της Γαλλίας, αλλά και γενικότερα της βόρειας και βορειοδυτικής Ευρώπης, εξηγούνται από την οικογένεια και τις κοινωνικές πολιτικές που παραδοσιακά εφαρμόζονται πιο γενναιόδωρα από ό,τι στις χώρες της Μεσογείου και της Ανατολικής Ευρώπης», εξήγησε ο Gilles Pison, ερευνητής στο Διεθνές Ινστιτούτο Δημογραφικών Μελετών, στο Λονδίνο. Υψηλά ποσοστά γονιμότητας σημειώνουν επίσης χώρες όπως η Σουηδία (1,88) και το Ηνωμένο Βασίλειο (1,81). Σε αντίθεση, οι μεσογειακές χώρες σημειώνουν χαμηλά ποσοστά: η Πορτογαλία (1,23, αρνητικό ρεκόρ της ΕΕ), η Ελλάδα (1,30), η Ισπανία (1,32) και η Ιταλία (1,37) βρίσκονταν στις τελευταίες θέσεις της σχετικής κλίμακας για το 2014.

Πηγή: Le Monde (15.03.2016)

(La France toujours championne européenne de la fécondité en 2014)

Βλεπε επίσης: iefimerida.gr (16.03.2016)

Επιταχύνοντας προς το δημογραφικό αδιέξοδο

26 Οκτωβρίου 2015

24s13dhmografiko-thumb-largeΟι κραυγές αγωνίας των πολυτέκνων είναι μία μόνο πτυχή του διαρκώς διογκούμενου δημογραφικού δράματος της χώρας. Όπως υπενθυμίζει η ΑΣΠΕ, έρευνα του 1998 προέβλεπε ότι το 2025, το 20% του πληθυσμού της Ελλάδας θα είναι άνω των 65 ετών. Σε μία σπάνια και δυσοίωνη περίπτωση υπέρβασης των στόχων, το ποσοστό των Ελλήνων άνω των 65 έχει ξεπεράσει ήδη από πέρυσι το 20%, καθιστώντας την Ελλάδα τη δεύτερη πιο γερασμένη χώρα στην Ε.Ε. μετά την Ιταλία (20,5% έναντι 21,4%).

Τα στοιχεία, δε, συνεχώς χειροτερεύουν. Ο αριθμός των γεννήσεων ξεπέρασε τον αριθμό των θανάτων το 2011, για πρώτη φορά από το 2003, κατά 4.669 άτομα. Το 2012, το αρνητικό ισοζύγιο έφτασε σε 16.297 άτομα, ενώ το 2013, για πρώτη φορά στα χρονικά καταγραφής (από το 1921) οι γεννήσεις έπεσαν κάτω από το όριο των 100.000. Πέρυσι, απεβίωσαν 21.592 άτομα περισσότερα απ’ όσα γεννήθηκαν. Φέτος, έως τις 19/10, το χάσμα είχε ήδη πλησιάσει τις 24.000 άτομα.

Σύμφωνα με τη φετινή Εκθεση Γήρανσης της Ε.Ε., το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών στην Ελλάδα θα σκαρφαλώσει στο 33% το 2060, έναντι ευρωπαϊκού μ.ο. 28%. Η ίδια έκθεση εκτιμά ότι μεταξύ του 2013-2060, ο πληθυσμός εργασιακής ηλικίας (15-64 ετών) θα μειωθεί από 65% σε 54%.

Δικαιώματα χωρίς αντίκρισμα

Οπως αναφέρει στην «Κ» η Αλεξάνδρα Τραγάκη, αναπληρώτρια καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, την περίοδο της κρίσης αυξήθηκε ο δείκτης γονιμότητας των μη απασχολουμένων γυναικών άνω των 35 ετών (για λόγους βιολογικής αναγκαιότητας), αλλά μειώθηκε σημαντικά στις νεότερες ηλικίες, ανεξαρτήτως επιπέδου εκπαίδευσης και απασχόλησης. Η τάση καθυστέρησης της τεκνοποίησης είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την κρίση: η μέση ηλικία της Ελληνίδας τη στιγμή της γέννησης αυξήθηκε από τα 29,3 έτη το 2001 στα 31,1 το 2009, για να φτάσει τα 31,6 έτη το 2012.

Η απροθυμία των εργαζόμενων γυναικών να κάνουν παιδιά στα χρόνια της κρίσης αποτελεί κι αυτή συνέχεια της προηγούμενης κατάστασης. Ενσωματώνοντας την ευρωπαϊκή νομοθεσία (με τον Ν. 4210/2013), δικαιούνται πλέον και οι άνδρες δημόσιοι υπάλληλοι εννέα μήνες γονική άδεια, ανεξαρτήτως αν εργάζονται οι γυναίκες τους. Στον ιδιωτικό τομέα, οι γυναίκες δικαιούνται κατ’ ελάχιστον 17 εβδομάδες άδεια μητρότητας και οι άνδρες δύο μέρες άδεια πατρότητας (μετ’ αποδοχών). Οι περαιτέρω παροχές διαφέρουν σημαντικά ανά κλάδο, αλλά είναι πολύ λιγότερο γενναιόδωρες σε σχέση με τον δημόσιο τομέα.

Στην πράξη, μάλιστα, όπως αναφέρει η κ. Τραγάκη, «στον ιδιωτικό τομέα ήταν σπάνιο ακόμα και πριν από την κρίση για τη γυναίκα να πάρει όλη την άδειά της. Τότε το διακύβευμα ήταν η επαγγελματική της ανέλιξη. Σήμερα, είναι η ίδια η επαγγελματική της υπόσταση». Ακόμα και στο Δημόσιο, όμως, υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα. Τον περασμένο Ιούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ελλάδα για την υπόθεση δικαστή του οποίου η αίτηση για εννεάμηνη άδεια αφού γέννησε η σύζυγός του απορρίφθηκε.

Το παράδοξο της Νότιας Ευρώπης

Ενα από τα φαινομενικά παράδοξα της ευρωπαϊκής δημογραφικής κρίσης είναι η έντασή της στη Νότια Ευρώπη – σε χώρες όπου ο θεσμός της οικογένειας παραμένει ισχυρός. Σύμφωνα με στοιχεία του 2013, ο δείκτης γονιμότητας στην Ιταλία ήταν 1,39 παιδιά ανά γυναίκα, στην Ελλάδα και στην Κύπρο ήταν 1,3 και στην Ισπανία ήταν μόλις 1,27. O δείκτης αναπλήρωσης που απαιτείται ώστε να μένει σταθερός ο πληθυσμός είναι 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, ενώ 1,3 θεωρείται το κατώφλι της «ελάχιστης γονιμότητας» (lowest-low fertility): η παραμονή μιας χώρας σε τέτοια επίπεδα οδηγεί σε μείωση του πληθυσμού κατά 50% μέσα σε 45 χρόνια!

«Η κατάσταση αυτή εδραιώθηκε πολύ πριν από τα τρέχοντα μέτρα λιτότητας», εξηγεί στην «Κ» ο Φραντσέσκο Μπιλάρι, καθηγητής Κοινωνιολογίας και Δημογραφίας στην Οξφόρδη και από τους βασικούς εισηγητές της έννοιας της ελάχιστης γονιμότητας. «Οι δείκτες έφτασαν στο χαμηλότερό τους επίπεδο στα μέσα της δεκαετίας του ’90». «Καμία από τις χώρες της Νότιας Ευρώπης δεν έχει αναπτύξει παρά υποτυπώδη προγράμματα πρόνοιας για οικογένειες», εξηγεί. «Επιπλέον, η γονιμότητα στις μέρες μας είναι υψηλότερη όπου υπάρχει μεγαλύτερη ισότητα μεταξύ των φύλων, τομέας όπου η Νότια Ευρώπη δεν έχει καλές επιδόσεις».

Στη Σουηδία, για παράδειγμα, πρωτοπόρο στην ισότητα των φύλων, όπου οι γονείς δικαιούνται 480 ημέρες γονικής άδειας μετ’ αποδοχών, εκ των οποίων οι 60 ανήκουν στον πατέρα, οι δείκτες γονιμότητας έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά την τελευταία δεκαπενταετία. Μία άλλη ανεπτυγμένη χώρα με σταθερά εντυπωσιακές δημογραφικές επιδόσεις είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, το ελλειμματικό κράτος πρόνοιας αντισταθμίζεται από μία εξαιρετικά ευέλικτη αγορά εργασίας, που επιτρέπει την ταχεία επανένταξη των νέων μητέρων και τις αντίστοιχες, προοδευτικές κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με τον ρόλο των δύο φύλων στην ανατροφή των παιδιών.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (24/10/2005)