Posts Tagged ‘μετανάστευση’

Καμπανάκι ΙΟΒΕ: Η Ελλάδα γερνάει – Ο μαθητικός πληθυσμός μειώνεται

18 Δεκεμβρίου 2018
Γερνάει ραγδαία ο πληθυσμός της Ελλάδας. Μεγάλη μείωση του μαθητικού πληθυσμού (που οφείλεται στην εξωτερική μετανάστευσης κυρίως αλλοδαπών που σημειώθηκε στη χώρα μετά την έναρξη της κρίσης), αλλά και στη μεγάλη μείωση των γεννήσεων, από το 2010 ως σήμερα, δείχνει πανελλαδική μελέτη του Ιδρύματος Βιομηχανικών και Οικονομικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)
Η έρευνα έγινε για να αναζητηθούν οι επιπτώσεις της κρίσης και της δημοσιονομικής προσαρμογής στην τρέχουσα και τη μελλοντική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Το ΙΟΒΕ εκτιμάει ότι τα κενά εκπαιδευτικών στα σχολεία και οι ελλείψεις, οφείλονται περισσότερο σε διαχειριστικές αδυναμίες της κεντρικής διοίκησης.
Η μελέτη αναλύει τις μεταβολές που έχουν σημειωθεί στα βασικά μεγέθη και δείκτες λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος μετά την έναρξη της κρίσης, καθώς επίσης και τις επιπτώσεις των δημογραφικών μεταβολών που έχουν σημειωθεί, στη μελλοντική εξέλιξη και προοπτική της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος.
Σύμφωνα με την μελέτη, η σημαντικότερη μεταβολή στα μεγέθη αυτά αφορά στη μείωση του μαθητικού πληθυσμού, που οφείλεται στην εξωτερική μετανάστευσης κυρίως αλλοδαπών που σημειώθηκε στη χώρα μετά την έναρξη της κρίσης, αλλά και στη μεγάλη μείωση των γεννήσεων, που έχει σημειωθεί από το 2010 και έπειτα. Εξέλιξη που έχει πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις.
Τα σημαντικότερα ευρήματα και συμπεράσματα της μελέτης αφορούν στα εξής:
Μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, ο αριθμός των εκπαιδευτικών στην δημόσια πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε σημαντικά από 145 χιλ το 2000 σε 180 χιλ το 2010 (αύξηση 24%). Στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής που ακολούθησε την έναρξη της κρίσης, ο αριθμός των εκπαιδευτικών σημείωσε σημαντική μείωση από 180 χιλ το 2010 σε 152 χιλ το 2017 (μείωση 15,6%).
Οι αυξομειώσεις του αριθμού των εκπαιδευτικών που σημειώθηκαν πριν και μετά την έναρξη της κρίσης, μετέβαλαν σημαντικά τις αναλογίες εκπαιδευτικών-μαθητών στο σύνολο πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ειδικότερα, πριν από την κρίση, η αναλογία εκπαιδευτικών-μαθητών από 1:10,6 (2000) μειώθηκε σε 1:8,2 (2009). Μετά την έναρξη της κρίσης, οι αναλογίες εκπαιδευτικών-μαθητών αυξήθηκαν εκ νέου σε 1:9,5 (2017).
Παρά την έκταση της δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόστηκε από το 2010 και έπειτα, οι αναλογίες εκπαιδευτικών μαθητών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παραμένουν στην Ελλάδα μικρότερες από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, οι αναλογίες αυτές είναι μικρότερες από τον μέσο όρο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, είτε στις κεντρικές περιφέρειες της χώρας (Αττική, Κεντρική Μακεδονία), όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος του μαθητικού πληθυσμού, είτε στις περισσότερο απομακρυσμένες περιοχές με μικρότερο πληθυσμό και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες (π.χ. δυσπρόσιτα σχολεία νησιωτικών ή ορεινών περιοχών).
Προκύπτει, επομένως, το συμπέρασμα ότι οι ελλείψεις και τα κενά εκπαιδευτικών που παρουσιάζονται κάθε χρόνο στα ελληνικά σχολεία, οφείλονται περισσότερο σε διαχειριστικές αδυναμίες της κεντρικής διοίκησης, στην αξιοποίηση και διαχείριση του προσωπικού της εκπαίδευσης, του δικτύου σχολικών υποδομών και του σχολικού προγράμματος.
Ο αριθμός των σχολικών μονάδων, έβαινε μειούμενος με αργό ρυθμό την περίοδο πριν από την κρίση από 15.714 το 2000 σε 15.547 το 2009 (μείωση 1,1%) και επιταχύνθηκε έτσι ώστε το 2015 μειώθηκε σε 13.870 (μείωση 10,8%), στο πλαίσιο του εξορθολογισμού και της δημοσιονομικής προσαρμογής που ακολούθησε την έναρξη της κρίσης.
Ύστερα από την έναρξη της κρίσης και ως αποτέλεσμα της διακοπής των προσλήψεων, η αναλογία μονίμων/αναπληρωτών εκπαιδευτικών μεταβλήθηκε σημαντικά. Στο δημοτικό σχολείο από 7% το 2004 και 6,6% το 2008 σε 18,7% το 2015, στο Λύκειο το ποσοστό των αναπληρωτών από 3,1% το 2002 και 3,6% το 2009 ανήλθε σε 6,8% το 2015, ενώ στην Επαγγελματική Εκπαίδευση από 7,4% το 2002 και 4,8% το 2009 ανήλθε σε 8,9 το 2015.
Επιπλέον, η κρίση είχε σημαντικές επιπτώσεις και στην ιδιωτική εκπαίδευση, καθώς ο αριθμός των μαθητών από 94,2 χιλ. το 2000 και 93,4  χιλ. το 2009 μειώθηκαν σε 70,7 χιλ. το 2015 (-24,9% σε σχέση με το 2000). Οι εκπαιδευτικοί από 9,0 χιλ. το 2000 και 8,9 το 2009 μειώθηκαν σε 8,3 χιλ. το 2014 (-8,4% σε σχέση με το 2000).
Η σημαντικότερη όμως επίπτωση της κρίσης στη λειτουργία της εκπαίδευσης, που διαπίστωσε η παρούσα μελέτη, αφορά στη μείωση του συνολικού μαθητικού πληθυσμού που σημειώθηκε μετά την έναρξη της κρίσης καθώς από 1,53 εκ το 2000 μειώθηκε σε 1,49 εκ το 2009 (-3,1%) και 1,44 εκ το 2016 (-5.9% συγκριτικά με το 2000). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται:
α) στην εξωτερική μετανάστευση οικογενειών κυρίως αλλοδαπών μετά την έναρξη της κρίσης, καθώς μεταξύ 2011 και 2015 ο αριθμός των παλιννοστούντων και αλλοδαπών μαθητών μειώθηκε κατά 55,9% (από τους 159,5 χιλ. στους 70,3 χιλ.),
β) στην μείωση των γεννήσεων που σημειώθηκε από το 2010 και εντάθηκε από το 2012 και μετά (με εξαίρεση το 2016, όταν σημειώθηκε αύξηση σε σχέση με το 2015). Η μείωση των γεννήσεων μετά την έναρξη της κρίσης κατά σχεδόν 30%, από 118,3 χιλ. το 2008 σε 88,5 χιλ. το 2017, άρχισε ήδη να αποτυπώνεται στον αριθμό των νηπίων στο νηπιαγωγείο (από 162 χιλ. το 2014 σε 155,2 χιλ. το 2015) και στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου (από 107,2 το 2016 σε 101,9 το 2017).
Οι μεταβολές αυτές στο μαθητικό πληθυσμό αποτελούν έμμεσες αλλά βαθύτερες επιπτώσεις της κρίσης στην εκπαίδευση, καθώς συνδέονται με τη μεγάλη μείωση της απασχόλησης που σημειώθηκε, τη διάρκεια της ύφεσης της οικονομίας και της καθυστέρησης της ανάκαμψης της απασχόλησης, τις επιπτώσεις στον οικογενειακό προγραμματισμό λόγω της αβεβαιότητας και της έλλειψης οικονομικής εμπιστοσύνης που επήλθε, καθώς και την εξωτερική μετανάστευση αλλοδαπών και Ελλήνων σε αναπαραγωγική ηλικία.
Αυτές οι επιπτώσεις της κρίσης δεν έχουν ακόμα εκδηλωθεί και αποτυπωθεί πλήρως στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Από τη μια, η μείωση του αριθμού των μαθητών που οφείλεται στην εξωτερική μετανάστευση έχει ήδη συντελεσθεί, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι έχει σταματήσει και ολοκληρωθεί. Από την άλλη, η μείωση του αριθμού των μαθητών, που οφείλεται στη μείωση των γεννήσεων μετά την έναρξη της κρίσης, έχει μόλις πρόσφατα αρχίσει να αποτυπώνεται στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Οι επιπτώσεις της μείωσης των γεννήσεων, που έχει σημειωθεί από το 2010 και έπειτα, και συνεχίζεται μέχρι και το 2017 αναμένεται να εκδηλωθούν σταδιακά και εντονότερα τα προσεχή χρόνια και να μεταβάλλουν ριζικά το συνολικό τοπίο του εκπαιδευτικού συστήματος.
Οι δημογραφικές επιπτώσεις
Προκειμένου να καταγράψει και αναδείξει πληρέστερα τις επιπτώσεις της κρίσης στην εκπαίδευση, η μελέτη του ΙΟΒΕ εκπόνησε εναλλακτικά σενάρια μελλοντικής εξέλιξης και προοπτικής του εκπαιδευτικού συστήματος με βάση τις δημογραφικές τάσεις.
Τα εναλλακτικά αυτά σενάρια μελλοντικής προοπτικής δείχνουν ότι, αν στο μεταξύ δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές (τέτοιες ώστε να έχουν ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των γεννήσεων ή την μαζική επιστροφή Ελλήνων και την εισροή μεταναστών από  άλλες χώρες στην Ελλάδα τα προσεχή χρόνια), ο συνολικός αριθμός των μαθητών από 1,48 εκ το 2008 θα μειωθεί σε 1,05 εκ περίπου (29,2 % ή 423,3 χιλ λιγότεροι μαθητές) μέχρι το 2035, όταν δηλαδή θα έχει ενταχθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα και η πιο πρόσφατη μείωση γεννήσεων που σημειώθηκε το 2017.
Όπως αναφέρθηκε, ήδη καταγράφεται μείωση του αριθμού νηπίων στα νηπιαγωγεία καθώς και του αριθμού μαθητών στις πρώτες τάξης του δημοτικού σχολείου ενώ οι επιπτώσεις της έναρξης μείωσης των γεννήσεων που σημειώθηκε το 2010 θα αρχίσουν να αποτυπώνονται στη λειτουργία του Γυμνασίου από το 2022, ενώ στα Γενικά και τα Επαγγελματικά Λύκεια από το 2025. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οι επιπτώσεις αυτές θα αρχίσουν να εκδηλώνονται από το 2028 και έπειτα.
Συγκεκριμένα, ανάλογα και με την κατεύθυνση και τις επιλογές της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής για τη διαχείριση του εκπαιδευτικού προσωπικού, του δικτύου σχολικών υποδομών και του σχολικού προγράμματος που θα εφαρμοστεί τα προσεχή χρόνια (αδράνεια, προσαρμογή ή ευρωπαϊκή σύγκλιση της λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος), στο πλαίσιο της παραπάνω προοπτικής μείωσης του μαθητικού πληθυσμού:
α) ο αριθμός των σχολικών μονάδων ενδέχεται να μειωθεί έως 10,7 χιλ. το 2035 από 15,5 χιλ. 2008 (μείωση κατά 30,8% ή 4,8 χιλ σχολικές μονάδες),
β) ο αριθμός των εκπαιδευτικών από 180,3 χιλ το 2009 ενδέχεται να μειωθεί το 2035 σε 110,5 χιλ (μείωση 38,7% στο σενάριο προσαρμογής)  και σε 80,7 χιλ (μείωση 55,2% στο σενάριο της ευρωπαϊκής σύγκλισης).
Οι επιπτώσεις της μείωσης των μαθητών στις ανάγκες σε εκπαιδευτικούς που απαιτούνται για τη λειτουργία των σχολείων, ανάλογα και με το σενάριο εκπαιδευτικής πολιτικής που θα εφαρμοστεί τα προσεχή χρόνια, αναμένεται να έχουν επιπτώσεις στις διαφορετικές ειδικότητες εκπαιδευτικών. Ειδικότερα, οι επιπτώσεις αυτές αναμένεται ότι θα εκδηλωθούν πρώτα (2018) στην ειδικότητα των Δασκάλων καθώς και των εκπαιδευτικών ειδικοτήτων που διδάσκουν στα Δημοτικά σχολεία (Αγγλικής, Γαλλικής, Γερμανικής, Φυσικής Αγωγής, Μουσικής, Καλλιτεχνικών, Πληροφορικής).
Η σταδιακή επέκταση της 2ετούς υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης (από το 2018) μετριάζει τις επιπτώσεις των δημογραφικών μεταβολών και αναβάλει προσωρινά για το 2019 την έναρξη εκδήλωσής τους στον αριθμό των νηπίων και στις ανάγκες για νηπιαγωγούς. Από το 2022 όμως, οι επιπτώσεις αυτές θα αρχίσουν να εκδηλώνονται και στις υπόλοιπες ειδικότητες εκπαιδευτικών μέσης εκπαίδευσης, και θα εντείνονται τα επόμενα χρόνια καθώς ο αριθμός των μαθητών θα μειώνεται σταδιακά και εντονότερα.
Η έκταση του πλεονάσματος εκπαιδευτικών, συνολικά και ανά ειδικότητα που ενδέχεται να δημιουργηθεί τα προσεχή χρόνια, λόγω των δημογραφικών μεταβολών θα εξαρτηθεί και από τον αριθμό και την εξέλιξη των συνταξιοδοτήσεων/αποχωρήσεων εκπαιδευτικών καθώς και από την πολιτική προσλήψεων εκπαιδευτικών τα προσεχή χρόνια.
Η μείωση των αναγκών σε εκπαιδευτικούς για τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, που προβλέπεται τα προσεχή χρόνια, θα έχει επίσης δυσμενείς επιπτώσεις στη σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και την απασχόληση, καθώς ο κλάδος της εκπαίδευσης (δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια κλπ.) απορροφά μεγάλο μέρος των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης και ιδιαίτερα των αποφοίτων πανεπιστημίων.
Ακόμα, η προοπτική μείωσης του μαθητικού πληθυσμού που διαγράφεται με τα σημερινά δεδομένα θα έχει σημαντικές  επιπτώσεις  στην εισαγωγή μαθητών στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς οι απόφοιτοι Λυκείου που διεκδικούν την εισαγωγή τους στην ανώτατη εκπαίδευση από 71,8 χιλ. (2008) θα μειωθούν σε 54,2 χιλ. το 2035 (-24,5% ή 17,6 χιλ λιγότεροι), ενώ οι εισερχόμενοι στην ανώτατη εκπαίδευση από 68 χιλ θα μειωθούν σε 51,8 χιλ. το 2035 (-23,8% ή -16,2 χιλ λιγότεροι), αν διατηρηθεί η σημερινή αναλογία αποφοίτων-εισερχόμενων.
Οι πρώτες επιπτώσεις στην εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση και στο πρώτο έτος των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης αναμένεται να εκδηλωθούν από το 2027 και έπειτα. Αν οι αριθμός των πρωτοετών φοιτητών στην ανώτατη εκπαίδευση παραμείνει σταθερός μέχρι το 2035, η διαφορά του με τον αριθμό των αποφοίτων Γενικού Λυκείου μετά το 2026 διευρύνεται σημαντικά.
Τέλος, όπως αναφέρεται στην έρευνα, οι δημογραφικές μεταβολές που έχουν σημειωθεί και η προοπτική μείωσης του μαθητικού πληθυσμού που διαγράφεται, αν δεν αναστραφούν σύντομα, θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην αγορά εργασίας και την οικονομία, λόγω μειωμένης προσφοράς νέων αποφοίτων, προσόντων και δεξιοτήτων.
Ειδικότερα, αν στο μεταξύ δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές στις εκπαιδευτικές ροές και τις επιλογές των μαθητών, ο ήδη ισχνός συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αριθμός των μαθητών της δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης θα μειωθεί από 106,5 χιλ. το 2008 σε 80,5 χιλ. το 2035 (-26 χιλ. ή -24,4%), ενώ ο αριθμός των αποφοίτων κατ’ έτος από 37,3 χιλ. το 2010 σε 24,1 χιλ. το 2035 (-5,3 χιλ. ή -18,1%). Οι επιπτώσεις αυτές θα ξεκινήσουν να εκδηλώνονται από το 2027 και θα εντείνονται τα επόμενα χρόνια, μέχρι τουλάχιστον το 2035.
ΠΗΓΗ: IN.GR (17.12.2018)
Advertisements

Washington Post: Πού πήγαν όλα τα παιδιά; Πως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα επηρεάζει το δημογραφικό

3 Δεκεμβρίου 2018

 

Εκτενές δημοσίευμα για τη μείωση των γεννήσεων στην Ελλάδα, λόγω της οικονομικής κρίσης, που  παραθέτει μαρτυρίες  γονέων,  δασκάλων  και  ειδικών. 

Το δημοσίευμα ξενικά παρουσιάζοντας την πρώτη ημέρα στο δημοτικό σχολείο Καλπακίου. Τα παιδιά φτάνουν στο σχολείο, στοιχίζονται ανά τάξη, ωστόσο μια μητέρα που συνόδευσε το πρωτάκι της αναρωτήθηκε: πού είναι τα παιδιά;  Η μητέρα, που είχε φοιτήσει στο ίδιο σχολείο αναφέρει ότι πίστευε πως η αυλή θα ήταν γεμάτη παιδιά.  Η μικρότερη τάξη στο δημοτικού του Καλπακίου αντανακλά τα εντεινόμενα δημογραφικά προβλήματα της Ελλάδας. Στην Α’ δημοτικού στο σχολείο του Καλπακίου φοιτούν 13 παιδιά. Ορισμένοι μαθητές είναι τα μόνα παιδιά στα χωριά που διαβιούν.

Επίσης,  περίπου 6 σχολεία στην περιοχή έκλεισαν πρόσφατα.  Όλο και περισσότεροι μελλοντικοί γονείς φεύγουν ή αναβάλλουν την απόκτηση παιδιού λόγω της ανεργίας ή όπως η δασκάλα της Α’ δημοτικού στο Καλπάκι επειδή το εισόδημά τους είναι πολύ μικρό.

Η ελληνική οικονομία δεν εξαρτάται πλέον από πρόγραμμα διάσωσης, όμως η χώρα τώρα αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπη με την επόμενη φάση του κινδύνου, την μείωση των γεννήσεων που εγείρει τη πιθανότητα μιας  συρρικνωμένης, αποδυναμωμένης Ελλάδας τα επόμενα χρόνια.  Κατά την βαθιά και παρατεταμένη κρίση μειώθηκε ο ήδη χαμηλός δείκτης γεννήσεων, όπως συνέβη στις προβληματικές οικονομίες της νότιας Ευρώπης.

Η Ελλάδα επλήγη επίσης από έναν δεύτερο παράγοντα, 500.000 άτομα εγκατέλειψαν τη χώρα, οι περισσότεροι νέοι,   δυνάμει γονείς. Η ύφεση της χώρας συνέβαλε στη δημιουργία της  μικρότερης σε μέγεθος γενιάς μεταπολεμικά.

Στη συνέχεια το δημοσίευμα κάνει λόγο για  τον δείκτη γονιμότητας της χώρας, 1,35 γεννήσεις ανά γυναίκα  που είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη.  Σημειώνεται ότι πριν την κρίση ο δείκτης γονιμότητας ήταν ανοδικός.  Ωστόσο, λόγω της εξόδου  των μελλοντικών γονέων,  ο αριθμός των παιδιών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα υποχώρησε -θεαματικότερα από τον δείκτη γονιμότητας-  σε ιστορικά χαμηλό.  Το 2009 γεννήθηκαν 118.000 παιδιά ενώ το 2017 88.500.

Σε ορισμένες χώρες, μετά από οικονομικές κρίσεις  ο  δείκτης γονιμότητας ανέκαμψε.  Όμως,  αυτό είναι απίθανο  να συμβεί στην Ελλάδα δήλωσε ο Β. Κοτζαμάνης, καθηγητής δημογραφίας στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, γιατί  ακόμη και πριν την κρίση η μέση γυναίκα δεν αποκτούσε παιδί πριν τα 31 έτη.  Ορισμένες γυναίκες, που ανέβαλαν την εγκυμοσύνη, κατά την περίοδο της ύφεσης, έχασαν δια παντός την ευκαιρία.  Συνεπώς, η κρίση μείωσε μόνιμα το μέγεθος της νεότερης ελληνικής γενιάς, καθώς και τον αριθμό των μελλοντικών γονέων, τόνισε ο Β. Κοτζαμάνης.  Θα έχουμε όλο και λιγότερες γεννήσεις στην Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες, επεσήμανε.

Επίσης, γίνεται αναφορά  στα ελλιπή κρατικά προγράμματα στήριξης της οικογένειας στις ελλείψεις στις υποδομές παιδικής φροντίδας και  στη δυσκολία να βρει κανείς γιατρό στις αγροτικές περιοχές.

Chico Harlan

ΠΗΓΗ: Washington Post (2.12.2018)

To δημογραφικό υπονομεύει (και) το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας

31 Οκτωβρίου 2018

Σύμφωνα με την PwC, αύξηση πληθυσμού κατά 100.000 οδηγεί σε άνοδο κατά 3% τού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ενώ αύξηση των ηλικιωμένων (άνω των 65 ετών) κατά περίπου 50.000 οδηγεί σε μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 15%

Κοινός τόπος είναι ότι το δημογραφικό πρόβλημα παραμένει μία από τις μεγαλύτερες πληγές της Ελλάδας. Με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις, τους νέους και μορφωμένους να μεταναστεύουν και την Ελλάδα να έχει έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, όχι μόνο η χώρα δεν θα μπορεί τις ερχόμενες δεκαετίες να παράγει επαρκή πλούτο για τους πολίτες της, αλλά ίσως βρεθεί αντιμέτωπη με την ίδια τη βιωσιμότητά της ως ενός σύγχρονου έθνους-κράτους. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα δημογραφικό αδιέξοδο που δεν πλήττει μόνο τον πληθυσμό της αλλά υπονομεύει και την οικονομική ανάκαμψη της χώρας.

Μια αύξηση π.χ. του πληθυσμού της Ελλάδας κατά περίπου 100.000, οδηγεί σε άνοδο 3% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας, εκτιμούσε η PwC, ενώ αντίθετα μια αύξηση των ηλικιωμένων στην Ελλάδα (άνω των 65 ετών) κατά περίπου 50.000, που αυξάνει την ανάγκη στήριξης και πρόνοιας, ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 15%. Η Ελλάδα βγαίνοντας από την κρίση θα πρέπει να μετατρέψει το δημογραφικό της κενό σε οικονομικό και κοινωνικό πλεόνασμα έτσι ώστε να διατηρήσει θετικές προοπτικές ανάπτυξης στο μέλλον. Σύμφωνα με την PwC, για να δημιουργηθούν οι βάσεις για την ανοικοδόμηση της ελληνικής οικονομίας απαιτείται ένα μείγμα πολιτικών που θα περιλαμβάνει δράσεις για τον περιορισμό της υπογεννητικότητας.

Τέτοιες πολιτικές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν:

• Την ελαφρότερη φορολόγηση πολύτεκνων οικογενειών.

• Τη δωρεάν ή με χαμηλό κόστος παροχή υπηρεσιών σε οικογένειες που αποφασίζουν να αποκτήσουν παιδί.

• Τη μείωση του απαιτούμενου αριθμού παιδιών ώστε να θεωρηθεί μια οικογένεια πολύτεκνη.

Τυπικά η δημογραφική κατάρρευση του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όταν οι γεννήσεις ανά έτος μειώθηκαν από τις 150.000 στις 100.000, φτάνοντας στο 2011 που για πρώτη φορά ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων κατά περίπου 30 χιλιάδες. Χαρακτηριστικό είναι ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 370.000 άτομα. Η εισροή των μεταναστών συνέβαλε αρχικά στην ανακοπή της πτωτικής τάσης της υπογεννητικότητας (1991-2000), όπου οι μετανάστες στη χώρα αυξάνονταν κατά 6% ετησίως. Από το 2008 και μετά οι μεταναστευτικές ροές προς τη χώρα περιορίστηκαν, ενώ παράλληλα μέρος του ανθρώπινου δυναμικού και μάλιστα υψηλών δεξιοτήτων μετανάστευσε στο εξωτερικό («brain drain»), με την Ελλάδα να έχει την τρίτη θέση μετά την Κύπρο και την Ισπανία όσον αναφορά το ποσοστό των νέων που εγκαταλείπουν τη χώρα τους. Όλα αυτά είχαν αντίκτυπο και στην αλλαγή της ηλικιακής σύστασης της χώρας, με τον πληθυσμό άνω των 65 να τριπλασιάζεται από 7% που ήταν το 1960 σε 20% το 2015. Κατά συνέπεια η διάμεσος ηλικία, ηλικία που χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο ισόποσες ηλικιακές ομάδες, από τα 31 έτη που ήταν το 1960, άγγιξε τα 43 το 2015.

Η μέση Ελληνίδα πλέον δεν γεννά δύο παιδιά, που στατιστικά απαιτούνται ώστε να φέρει στη ζωή μία κόρη που θα την αντικαταστήσει. Ο δείκτης γονιμότητας της μέσης Ελληνίδας έχει πέσει στα 1,3 παιδιά, όταν τη δεκαετία του 1960 βρισκόταν στα 2,3 παιδιά ανά γυναίκα, πάνω από το όριο αντικατάστασης γενεών (2,1 παιδιά ανά γυναίκα). Από τους κύριους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση ενός τοκετού είναι το διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού, η δαπάνη ενός τοκετού καθώς και η προσβασιμότητα στο σύστημα υγείας. Η οικονομική ύφεση ουσιαστικά εξέθεσε το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας, το οποίο όπως εκτιμά η μελέτη της PwC θα συνεχιστεί στο μέλλον εάν δεν ληφθούν μέτρα αντιμετώπισής του.
Εξάλλου, πρόσφατη μελέτη π.χ. του Ινστιτούτου του Βερολίνου εκτιμούσε ότι ο πληθυσμός της χώρας μας θα μειωθεί στα 9,9 εκατομμύρια ως το 2030 και στα 8,9 εκατομμύρια ως το 2050 (8,3 εκατομμύρια, υποστηρίζουν οι πιο απαισιόδοξες μελέτες), σε σύγκριση με 10,7 εκατομμύρια περίπου σήμερα και 11,1 εκατομμύρια το 2009, προτού δηλαδή η «Μεγάλη Ελληνική Υφεση» αρχίσει να ξεδιπλώνεται, ενώ και η Eurostat αποφάνθηκε ότι το 2080 με 7,2 εκατομμύρια ανθρώπους η Ελλάδα θα βρίσκεται στο ναδίρ της ΕΕ.

Μαντικίδης Τάσος

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ (31.10.2018)

Η υπογεννητικότητα (έτοιμη να εκραγεί),η αιμορραγία της μετανάστευσης και κάπου στο βάθος η ανάπτυξη

5 Ιουνίου 2018

Μεγάλες οι προσδοκίες της κυβέρνησης (ή τουλάχιστον έτσι θέλει να δείχνει) για την επόμενη ημέρα της εξόδου από το Μνημονιακό Πρόγραμμα τον ερχόμενο Αύγουστο, σε κάτι λιγότερο δηλαδή από τρεις μήνες.

Όμως ας κρατάμε μικρό καλάθι όλοι μας, καθώς όπως είναι λογικό, τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει από την μία ημέρα στην άλλη και το γεγονός αυτό, είναι κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά οι πολίτες.
Πολλά τα μέτωπα που είναι ανοιχτά, εθνικό, οικονομικό, εξωτερική πολιτική και φυσικά χωρίς να αποτελεί ήσσονος σημασίας, αντιθέτως θα έλεγα ότι είναι πολύ σοβαρό και κρίσιμο, το δημογραφικό, το οποίο μοιάζει με πελώριο τσουνάμι, σχεδόν έτοιμο να εκραγεί, αλλά κανείς δεν δίνει σημασία…

Πριν μερικές ημέρες, παρουσιάστηκε μία ενδιαφέρουσα έρευνα, της ΑΣΤ.Μ.Κ.Ε. HOPEgenesis «Ο αντίκτυπος της υπογεννητικότητας στην οικονομική ανάπτυξη» η οποία κατέδειξε πολύ σοβαρά και κρίσιμα ευρήματα για το μέλλον της πατρίδας μας.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η επιβάρυνση του δημογραφικού ζητήματος στην Ελλάδα είναι στενά συνδεδεμένη με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, από το 2010 και μετά (λογικό θα λέγαμε)!

«Η Ελλάδα γνωρίζει μία πρωτοφανή δημογραφική κρίση η οποία θα οδηγήσει τον πληθυσμό της στα επόμενα τριάντα χρόνια σε ιστορικά χαμηλά νούμερα, της τάξεως των 6.5 έως 8 εκατομμυρίων Ελλήνων» σύμφωνα με μελέτες της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat.
Η γήρανση του πληθυσμού, οι μειωμένες κρατικές δαπάνες λόγω μνημονίων, το άνισα κατανεμημένο νοσοκομειακό και μαιευτικό δίκτυο της χώρας, η δυσκολία των γυναικών που ζουν σε απομακρυσμένες νησιωτικές και ηπειρωτικές περιοχές να λαμβάνουν ολοκληρωμένες μαιευτικές και γυναικολογικές υπηρεσίες και η οικονομική μετανάστευση των νέων (το γνωστό “brain drain”) συγκαταλέγονται μεταξύ των αιτιών που συνέβαλαν τόσο στην αύξηση της υπογεννητικότητας όσο και στην αντιστροφή του θετικού ισοζυγίου γεννήσεων και θανάτων από το 1960 μέχρι το 2010.

Επιπλέον, μέσω της χρήσης συγκριτικών δεδομένων από 14 χώρες, η μελέτη ανέδειξε τη θετική συσχέτιση μεταξύ του δείκτη γεννήσεων και της οικονομικής ανάπτυξης, υπολογίζοντας ότι κάθε αύξηση του δείκτη γεννήσεων κατά 1% οδηγεί σε κατά κεφαλήν αύξηση του ΑΕΠ κατά 2.4%, ένα πραγματικά εντυπωσιακό εύρημα για τη χώρα μας.

Από την έρευνα προκύπτει και η άμεση σχέση του προβληματικού συνταξιοδοτικού και ασφαλιστικού συστήματος με την υπογεννητικότητα,καθώς η οικονομικά ενεργή βάση που μειώνεται συνεχώς καλείται να συντηρήσει τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 1960-2015 το ποσοστό του ενεργού πληθυσμού και των νέων της χώρας μειώθηκε κατά 15% περίπου, ενώ ο πληθυσμός άνω των 65 τετραπλασιάστηκε.
Η Ελλάδα γηράσκει επικίνδυνα και αιμορραγεί πνευματικά και εργασιακά, καθώς πολλά λαμπρά μυαλά στα χρόνια της ύφεσης επέλεξαν χώρες του εξωτερικού για να εργαστούν, να ζήσουν και να στήσουν το σπιτικό τους.

Αναρωτιέμαι, με τόσο δραματική υπογεννητικότητα και «πνευματική» μετανάστευση πώς θα έρθει η πολυπόθητη ανάπτυξη για την οποία μιλά και ελπίζει η κυβέρνηση.
Ας είμαστε ρεαλιστές, επιβάλλεται εδώ και τώρα, ένα εθνικό σχέδιο επαναφοράς μερίδας επιστημόνων από το εξωτερικό, ή τουλάχιστον ενός σοβαρού σχεδιασμού (με ό,τι αυτό περιλαμβάνει, όπως φορολογικά κίνητρα, επενδυτικά, εργασιακά) που θα βάλει φρένο στις επόμενες γενιές και θα τις βοηθήσει να παραμείνουν στην πατρίδα.

Δεν είχε λοιπόν καθόλου άδικο ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Θεόδωρος Φέσσας στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ πριν μία εβδομάδα, ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων, «η Μεταμνημονιακή Εποχή, να μην μας βρει με τα ίδια μυαλά»!

Νατάσσα Ν. Σπαγαδώρου

ΠΗΓΗ: CNN.GR

Στοιχεία-σοκ για τη «διαρροή εγκεφάλων» από την Ελλάδα: Εφυγαν 450.000 Ελληνες σε 8 χρόνια

8 Μαρτίου 2017

Φωτογραφία: Konstantinos Tsakalidis / SOOC

Σοκαριστικά είναι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν για την αγορά εργασίας και την μετανάστευση των Ελλήνων σε χθεσινή ημερίδα του ελληνοαμερικανικού εμπορικού επιμελητηρίου. 

Όπως επισημάνθηκε από τους ομιλητές, η Ελλάδα είναι μια χώρα που γερνάει με πολύ μεγάλη ταχύτητα, ενώ το μεγαλύτερο πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει άμεσα η χώρα είναι η «διαρροή εγκεφάλων»: Οι περίπου 450.000 Ελληνες που έφυγαν από την Ελλάδα την περίοδο 2008 – 2016 για να αναζητήσουν εργασία σε άλλες χώρες έχουν αποδώσει στις οικονομίες των χωρών αυτών, κυρίως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανίας, 50 δισεκατομμύρια ευρώ.

«Οι άνθρωποι αυτοί είναι στην πλειοψηφία τους κάτω των 45 ετών. Η επιστροφή τους πρέπει να γίνει εθνικός στόχος» συμφώνησαν οι πρώην υπουργοί Αννα Διαμαντοπούλου και Γιάννης Βρούτσης στη συζήτηση με θέμα «Ο ρόλος της κυβέρνησης στην προσέλκυση και συγκράτηση του ταλέντου για τη διατήρηση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της χώρας».

Η Άννα Διαμαντοπούλου, επικεφαλής σήμερα του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, υπογράμμισε ότι για την αντιμετώπιση του προβλήματος «πρέπει να δούμε πράγματα έξω από αυτά που κάναμε μέχρι τώρα». Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε προτάσεις που έχει καταθέσει το ινστιτούτο το οποίο διευθύνει, δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα συνεργιών με άλλες χώρες. Η Δανία, για παράδειγμα, έχει μια πολύ οργανωμένη κτηνοτροφία. Υπάρχουν, τόνισε η κα Διαμαντοπούλου, και οι ευρωπαϊκοί πόροι και η απαραίτητη νομοθεσία για να εισάγουν οι έλληνες κτηνοτρόφοι αυτήν την τεχνογνωσία από τους δανούς συναδέλφους τους.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το Ισραήλ. Η χώρα αυτή, η οποία είχε χρεοκοπήσει το 1984, διαθέτει 6 εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργήσιμης γης έναντι 36 εκατ. στρεμμάτων της Ελλάδας. Κι όμως και στις δυο χώρες οι καλλιέργειες αποδίδουν 7 δισ. ευρώ τον χρόνο. Σύμφωνα με την πρώην υπουργό Παιδείας, αυτό συμβαίνει επειδή η πανεπιστημιακή έρευνα στο Ισραήλ συνδέθηκε με την παραγωγή με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν στην έρημο της Μέσης Ανατολής ακόμη και υδατοκαλλιέργειες. «Η σύνδεση αυτή θεωρείται εδώ και πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα ταμπού» επισήμανε.

Ο πρώην υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης, τόνισε από την πλευρά του ότι το σοκ για την απασχόληση θα ήταν πολύ μικρότερο εάν είχαν γίνει οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις πριν από το ξέσπασμα της κρίσης, αλλά και ότι η ανεργία θα είχε ξεπεράσει το 30% εάν δεν είχαν προωθηθεί συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις τη διετία 2012-2014.

«Για πολλές δεκαετίες συντηρήσαμε μια αγορά εργασίας υπερρυθμισμένη και με πολλά βάρη. Για πολλά χρόνια ακούγαμε έντρομοι τον όρο «ευελιξία» όταν οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη ήταν κοινή πρακτική» σημείωσε ο κ. Βρούτσης συμπεριλαμβάνοντας στα χρόνια προβλήματα της αγοράς την πολυνομία («έχουμε ένα τεράστιο εργατικό δίκαιο» ανέφερε χαρακτηριστικά), το δικαίωμα υπουργικού βέτο στα σχέδια αναδιάρθρωσης μιας εταιρίας («ο υπουργός δεν συναινούσε στην απόλυση ενός αριθμού εργαζομένων για να γίνει αρεστός και έναν μήνα μετά έκλεινε όλη η επιχείρηση»), αλλά και στον συνδικαλιστικό νόμο («δεν μπορεί ένα υποσύνολο του υποσυνόλου των εργαζομένων να κηρύσσει απεργίες»).

Στις βασικές προκλήσεις που έχει απέναντί του ο ΟΑΕΔ, αναφέρθηκε τέλος η επικεφαλής του οργανισμού Μαρία Καραμεσίνη. Ο στόχος, σημείωσε, είναι να καταστεί ο οργανισμός σύγχρονη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης από γραφειοκρατική που είναι σήμερα, να αναβαθμίσει τις δυνατότητες υλοποίησης πολιτικών απασχόλησης και αναδείξει τη λεγόμενη «συμβουλευτικότητα» μέσα από την εκπαίδευση των συμβούλων, την αύξηση του αριθμού τους (ως προς αυτό σχεδιάζεται η πρόσληψη 350 υπαλλήλων), την αναβάθμιση της διαδικτυακής του πύλης και του τηλεφωνικού του κέντρου, το οποίο, όπως είπε, δέχεται τουλάχιστον 1.000 κλήσεις την ημέρα.

ΠΗΓΗ: iefimerida.gr